ψάχνοντας για μια θέα
27 Ιανουαρίου, 2010
Την κυνηγούσε εδώ και πολλά χρόνια. Από παιδί ακόμα, ήταν σίγουρος πως αυτή ήταν η γυναίκα με την οποία θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του. Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν τόσο εύκολα. Όπως έλεγε κι ο ίδιος άλλωστε, το πεπρωμένο χάνει την αξία του αν δεν προσπαθήσεις γι’ αυτό. Οι φίλοι του, του έλεγαν ότι απλά… δεν τον ήθελε και ότι έπαιζε μαζί του, για να τρέφει τον εγωισμό της. Δεν έδινε σημασία σε κανέναν και σε τίποτα, είχε βρει το σκοπό της ζωής του.
Το αγόρι μεγάλωσε προσπαθώντας να την κερδίσει. Στην εφηβεία του, τον απέρριψε πολλές φορές αλλά αυτό δεν τον πτόησε. Προσπαθούσε να μαθαίνει τα πάντα γύρω απ’τη ζωή της, τα αγόρια και τους άντρες που φλέρταρε, το αγαπημένο της σημείο στην πόλη, ακόμα και για τα κόκκινα κουνελάκια στις χειμωνιάτικες πυτζάμες της. Όλα ήταν μέρος του στόχου του …έπρεπε να ξέρει τα πάντα γι’ αυτήν, όταν πλέον θα την κέρδιζε.
Μεγαλώνοντας σπούδασε την τέχνη της ζωγραφικής, τέχνη που τον απελευθέρωσε από τα δεσμά της πραγματικότητας. Δημιουργούσε κόσμους και ταξίδευε μέσα σ’ αυτούς, έχτιζε, έπλαθε, ζωντάνευε τις ευχές του… τις εμμονές του. Είχαν φτάσει στο κατώφλι της πραγματικής ζωής όταν αυτή, νέα γυναίκα πια, τον πλησίασε και του είπε…
” Θέλω να μου βρεις το μέρος με την πιο όμορφη θέα στον κόσμο. Ζωγράφισε την, και φερ’ τη μου. Αν με εντυπωσιάσει…. είμαι δικιά σου! “
Την επόμενη κιόλας μέρα είχε φύγει. Γύριζε τον κόσμο ασταμάτητα και κάθε φορά που πήγαινε να βγάλει τα πινέλα του, φοβόταν μήπως βρει κάτι καλύτερο και δεν τολμούσε να ζωγραφίσει. Βρέθηκε να περπατάει ασταμάτητα πάνω σε λόφους και βουνά, με τα εργαλεία του και με μόνη παρέα την εικόνα της, τα χείλη της, την ουλή στο δεξί της πόδι από τότε που ήταν παιδιά. Κάθε φορά έλεγε ότι θα βρει την καλύτερη θέα πίσω απ’την επόμενη βουνοκορφή, αλλά πάλι… δεν ήταν σίγουρος. Δεν είχε τη δύναμη να της πει “αυτή είναι η καλύτερη που βρήκα”, ήθελε να της πάει την καλύτερη!
Τα χρόνια πέρασαν και ο νέος άντρας δεν ήταν πια νέος. Τα πόδια του είχαν κουραστεί, τα πινέλα του πάλιωσαν και η εικόνα της ξεθώριασε. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν κάτι κόκκινα κουνελάκια, αλλά δεν θυμόταν πια τι σήμαιναν και βούρκωνε.
Μια μέρα πάνω σε μια ακόμα πράσινη κορυφή, συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η θέα που έψαχνε. Έβγαλε τα πινέλα του και ζωγράφισε τον πιο όμορφο πίνακα. Έκατσε κάτω και κοίταξε γύρω του. Ακόμη και τα κουνελάκια είχαν εξαφανιστεί …και ο ίδιος ήταν πια πολύ γέρος για να καταφέρει να γυρίσει. Ξάπλωσε και αφέθηκε στο χάδι της χλόης. Για άλλη μια φορά ο χρόνος είχε κερδίσει…
Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από την εικόνα “in search of a view” της προηγούμενης ανάρτησης
εικόνες ενός φανταστικού κόσμου
12 Ιανουαρίου, 2010
Εικόνες παράξενες, αλλόκοτες, παραμυθένιες, μελαγχολικές, πολύχρωμες.
Μπείτε στον κόσμο της Jeannie Paske (τυχαία ανακάλυψη στο διαδίκτυο).
μουσική #4
8 Δεκεμβρίου, 2009
Transistor - Living
Πραγματικά ιδιαίτερος ήχος για ελληνικό συγκρότημα. Εκτός από τις πληροφορίες στο βίντεο, περισσότερα στο myspace.
Micmacs à tire-larigot (του Jean-Pierre Jeunet)
2 Δεκεμβρίου, 2009
Ελληνικός Τίτλος: Micmacs: Μικροαπατεώνες στα δύσκολα
Είναι αλήθεια ότι η ιστορία της Amélie είναι για τον δημιουργό της, το μέτρο σύγκρισης κάθε επόμενης ταινίας του. Το καλό με τον Jean-Pierre Jeunet είναι ότι και στις δύο μετέπειτα απόπειρές του καταφέρνει να αποδείξει, ότι τελικά, είναι ένας προικισμένος παραμυθάς…. Δείχνοντας να ξεφεύγει οριστικά από το σκοτεινό παρελθόν του (Delicatessen, La cité des enfants perdus), o Jeunet μας παρουσιάζει με την ανάλαφρη, ποιητική του διήγηση άλλη μια κωμωδία αντισυμβατικών χαρακτήρων.
Έχουμε και λέμε λοιπόν…. Μια παρέα συμπαθητικών περιθωριακών με ιδιαίτερες ικανότητες, που ζει σε ένα παλάτι από παλιοσίδερα, “υιοθετεί” πρόθυμα έναν άτυχο νέο (Danny Boon) που μένει άνεργος και άστεγος από μια…σφαίρα στον εγκέφαλο. Έχοντας χάσει από μικρός τον πατέρα του από νάρκη , και με τη σφαίρα στο κεφάλι του έτοιμη να τον στείλει ανά πάσα στιγμή στον …αγύριστο, o Bazil αποφασίζει να τα βάλει με τις δύο βιομηχανίες όπλων που σημάδεψαν τη ζωή του. Δίπλα του ( … και χωρίς να τον ρωτήσουν), σύσσωμη η νέα του “οικογένεια”.
ΟΚ… το σενάριο είναι απλοϊκό, σχεδόν παιδικό, αλλά εδώ μπαίνει η κινηματογραφική ευφυΐα του Jeunet που πρέπει να έπεσε μικρός, στη χύτρα της αφηγηματικής πανδαισίας. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν με σούπερ ήρωες …τσέπης, βγαλμένοι από κάποιο cartoon, με ικανότητες φαινομενικά άχρηστες που όμως χρησιμοποιούνται σε εμπνευσμένους συνδυασμούς. Η ροή της ταινίας είναι ασταμάτητη, οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι απρόσμενες, συχνά ξεκαρδιστικές και σαν μπόνους υπάρχουν οι γνωστές από την Amélie, αλλοπρόσαλλες αλληλουχίες σκέψεων (…που ο Bazil χρησιμοποιεί εδώ για να ξεκολλάει το μυαλό του), που απογειώνουν τη διάθεση.
Εικαστικά κορυφαία, η ταινία κυλάει μπροστά σου σαν ένα δροσερό ρυάκι ανάμεσα στα πόδια, και σου ζωγραφίζει ένα μόνιμο χαμόγελο σ’ όλη τη διάρκεια της, το οποίο σου μένει για αρκετή ώρα μετά. Αποκαλύπτει την αγάπη του σκηνοθέτη για τους αδύναμους ήρωες της ζωής και κάπου εκεί στην άκρη πετάει και το πικρόχολο σχόλιο του για το λαθρεμπόριο όπλων. Σίγουρα δεν είναι ΤΟ κορυφαίο δημιούργημα του σύγχρονου κινηματογράφου, αλλά είναι σίγουρα άλλο ένα μικρό παράσημο στο πέτο του αγαπημένου μου παραμυθά.
ΓΙΟΥΠΙ (+)
Η εξαιρετική φωτογραφία με την σέπια αισθητική και τις ακροβατικές γωνίες λήψης.
Η απίστευτοι διάλογοι, οι απρόσμενοι χαρακτήρες και το εξωπραγματικό σύμπαν του Jeunet.
ΜΠΛΙΑΧ(-)
Καλά…. όχι και μπλιαχ, αλλά ίσως να είναι πολύ παιδική στην προσέγγιση της.
Να τη δω;
Συγγνώμη… τι γράφω τόση ώρα; Πάλι κατευθείαν στα συμπεράσματα ήρθες; Οπωσδήποτε να τη δεις…. σου φτιάχνει τη μέρα, σε χαλαρώνει και δεν απογοητεύει.
Λαμβάνεται και ως …χάπι ευφορίας !
The Imaginarium οf Doctor Parnassus (του Terry Gilliam))
30 Νοεμβρίου, 2009
Ελληνικός Τίτλος: Ο φανταστικός κόσμος του Δρ. Παρνάσους
Βγαίνοντας απ’ την αίθουσα, ένα ήταν το ερώτημα που βγήκε αβίαστα απ’ τα χείλη μου… “ΤΙ ΠΙΝΕΙ ο Terry Gilliam ;”
Η απάντηση ήρθε άμεσα απ’ τον κολλητό μου… “Τα ίδια παραισθησιογόνα που έπινε και με τους Monty Pythons“. Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο.
Το Imaginarium περπατά στα ίδια σουρεαλιστικά σοκάκια, που διατρέχουν εδώ και δεκαετίες, το μυαλό του δημιουργού του. Ο Gilliam διηγείται με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, την πανάρχαια ιστορία ενός ανθρώπου (του Δρ. Παρνάσους), που κινδυνεύει να χάσει την κόρη του, μετά από μια σειρά στοιχημάτων με το Διάβολο, τα οποία έβαλε παγιδευμένος από την ίδια την ανθρώπινη φύση του, κυριευμένος από την αρχέγονη επιθυμία για αιώνια ζωή, χτυπημένος από έρωτα και τώρα πλέον απόλυτα αφοσιωμένος στο μέλλον της κόρης του. Ο Δρ. Παρνάσους, ερμηνευμένος με θεατρική μεγαλοπρέπεια από τον πάντα αξιόλογο Christopher Plummer, περιοδεύει με τον εκκεντρικό και παρηκμασμένο του θίασο, πλαισιωμένος από αλλόκοτους πρωταγωνιστές, προσπαθώντας να “μαζέψει” ψυχές, με σκοπό να κερδίσει το τελευταίο του στοίχημα. Θα βρει βοήθεια από έναν τυχαίο και ολίγον αλητήριο συνεπιβάτη, που φαίνεται να έχει πολλά χαρίσματα.
Η διήγηση ακροβατεί ανάμεσα στην εικόνα του σύγχρονου Λονδίνου και τα πολύχρωμα σουρεαλιστικά ταξίδια στο μυαλό του Δρ.Παρνάσους, θέτει επιφανειακά κάποια ζητήματα γύρω από την ανθρώπινη φύση τα οποία όμως πνίγονται μέσα στην πλημμύρα των χαοτικών εικόνων του Gilliam, για να καταλήξει σ’ ένα γλυκοπικροανάλατο τέλος, το οποίο όμως δε σε απογοητεύει κιόλας.
Δε μπορώ να πω… τουλάχιστον σε σχέση με άλλες ταινίες του, μπόρεσα να τον ακολουθήσω ως το τέλος!
ΣΥΝ (+)
Η ερμηνείες των Christopher Plummer και Heath Ledger στον τελευταίο του ρόλο.
Η αχαλίνωτη εικαστική πανδαισία του Terry Gilliam.
ΠΛΗΝ(-)
Οι “άσχετες” και αδιάφορες παρουσίες των άλλων τριών μεγάλων ονομάτων (Johnny Depp, Jude Law και Colin Farrell), αποτέλεσμα του ξαφνικού θανάτου του κύριου πρωταγωνιστή (….του Ledger ντε!), με τις γενικότερες επιπτώσεις που αυτό είχε στην ιστορία.
Η αχαλίνωτη εικαστική πανδαισία του Terry Gilliam (…ξανά). Μερικές φορές …το χάνει τελείως!
Να το δω;
Φυσικά και να το δεις. Άλλωστε και μόνο σαν κινηματογραφική εμπειρία, είναι μοναδικό.
Δες το κι έτσι….. αντί να πέσεις στην παρανομία ψάχνοντας για κανένα τσιγαριλίκι να “σ’ ανεβάσει”, πας στον Δρ.Παρνάσους,
….το ίδιο είναι!
Moon (του Duncan Jones)
25 Νοεμβρίου, 2009
Ελληνικός Τίτλος: Φεγγάρι
Πατώντας πάνω σε γνωστά μονοπάτια, είναι πάντα πιο σίγουρος ο δρόμος. Αυτό ήταν το πρώτο που σκέφτηκα βλέποντας τις πρώτες σκηνές της ταινίας. Άλλωστε ο Kubrick και ο Tarkovsky είχαν ήδη δείξει το δρόμο με τα αξιομνημόνευτα 2001: Οδύσσεια του Διαστήματος και Solyaris. Η απομόνωση στο διάστημα, ο “τα κάνω όλα και συμφέρω” υπερ-υπολογιστής να εκπροσωπεί την τεχνολογία, η ψυχρή, σχεδόν αποστειρωμένη αίσθηση του διαστημικού σταθμού, η ψυχώσεις που παίζουν με το μυαλό, ήταν στοιχεία που είχαμε ήδη δει στο παρελθόν. Τελειώνοντας το Moon, είχε καταφέρει να πάρει όλα αυτά και να τα ανασυνθέσει, σε ένα καινούργιο αυθεντικό μονοπάτι, δημιουργημένο μεθοδικά από τον Duncan Jones και “φωτισμένο” εκτυφλωτικά από την πολυσχιδή ερμηνεία και προσωπικότητα του μοναδικού του πρωταγωνιστή. Ο Sam Rockwell ερμηνεύοντας ένα ιδιότυπο και πολύ απαιτητικό μονόπρακτο, καταφέρνει να σπάσει το χαρακτήρα του σε πολλά κομμάτια που συγκρούονται και συγκλίνουν διαρκώς μέχρι την τελική λύση.
Η ταινία σε απορροφά σταδιακά, σου αποκαλύπτει το μυστικό της σχετικά νωρίς και διατυπώνει πολλαπλά ζητήματα, ηθικά και υπαρξιακά. Είναι μια αλληγορία πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και όλα όσα τη συνθέτουν… τη μοναχικότητα, τη φθορά, τη συντροφικότητα, τη δυναμική, τη δίψα για ζωή, την αγάπη… Ξεγυμνώνει τον άνθρωπο και σου τον παρουσιάζει αδύναμο, τόσο που σου ‘ρχεται να απλώσεις το χέρι σου στον ώμο του…
Στο σύνολο της, σχεδόν αψεγάδιαστη, μινιμαλιστική και απόλυτα ανθρώπινη. Ο Jones κατάφερε να δημιουργήσει το δικό του μικρό αστεράκι στην κινηματογραφική ιστορία της επιστημονικής φαντασίας.
Τι ΜΕ άρεσε:
Η καθηλωτική ερμηνεία του Rockwell.
Για άλλη μια φορά η μουσική ιδιοφυΐα του Clint Mansell, που ντύνει μοναδικά τις στιγμές στο διαστημικό σταθμό, με ένα σαφώς πιο μίνιμαλ soundtack από αυτά που τον συνηθίσαμε. Πώς τα καταφέρνει κάθε φορά να βγάζει τόσο συναίσθημα … ο μπαγάσας;
Τι δεν ΜΕ άρεσε:
Όσο κι αν προσπάθησα δε βρήκα κάτι τρανταχτό. Εύγε Duncan !!!
Να τη δω;
Τι; …δεν πήγες ακόμα; Τρέχα μήπως και το βρεις σε καμιά αίθουσα, αλλιώς περίμενε το DVD …στο τελωνείο !
μουσική #3
16 Νοεμβρίου, 2009
Madeleine Peyroux - Between The Bars
Μια γυναίκα που γεννήθηκε σε “λάθος” εποχή, και μια φωνή που βρέθηκε σε “λάθος” σώμα. Δύο από τα πιο όμορφα “λάθη” της σύγχρονης μουσικής, θα έχουμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε στη χώρα μας, στις 28 Νοεμβρίου 2009 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στις 29 Νοεμβρίου 2009 στο Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης.
Γεννημένη στην …Αθήνα της Georgia, πριν 35 (!) μόλις χρόνια, η Peyroux μας ταξιδεύει με την ανεπανάληπτη φωνή της, στα Jazz και Blues ακούσματα των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, μοιάζοντας με την μετεμψύχωση της Billie Holiday. Σε ηλικία 22 χρονών κυκλοφόρησε το πρώτο της album, ενώ ερμήνευσε και διασκεύασε με μοναδικό τρόπο, πολλά γνωστά κομμάτια, ένα από τα οποία (το εκπληκτικό Between The Bars, του αυτόχειρα Elliot Smith) βρίσκεται στο παραπάνω βίντεο.
Περισσότερες πληροφορίες στη wikipedia, στο myspace και στο madeleinepeyroux.com.
Das weisse band (του Michael Haneke)
13 Νοεμβρίου, 2009
Ελληνικός Τίτλος: Η λευκή κορδέλα
Η ιστορία εκτυλίσσεται σ’ ένα άγνωστου ταυτότητας χωριό της Γερμανίας, όπου οι ενήλικες δεν έχουν ονόματα παρά μόνο ιδιότητες και τα παιδιά (που έχουν ονόματα), φαίνεται να βρίσκονται πίσω από κάθε αξιοσημείωτο ( ή πολλές φορές βάρβαρο ) γεγονός. Σε μια μικρή κοινωνία όπου η ζωή είναι δύσκολη και σκληρή, οι άνθρωποι πιο σκληροί και τα παιδιά αφύσικα “ενήλικα”, αρχίζουν να συμβαίνουν κάποια γεγονότα που αναστατώνουν τους κατοίκους του μικρού χωριού. Η ιεραρχία μέσα στην κοινωνία και τις οικογένειες είναι παγιωμένη και απόλυτη, και τα γεγονότα μοιάζουν να θέλουν να τιμωρήσουν αυτήν ακριβώς την κατάσταση, με εξίσου σκληρό και απόλυτο τρόπο. Κάθε τι που συμβαίνει, εμφανίζεται σαν τιμωρία σε κάτι που προϋπήρχε. Ο Θεός, ο έρωτας, η κοινωνική τάξη, χρησιμοποιούνται ως στοιχεία εξουσίας και επιφέρουν φόβο, προκαλώντας την αντίστοιχη αντίδραση από τα θύματα. Μικρά και μεγάλα μυστικά αποκαλύπτονται σιγά σιγά και ο θεατής περιμένει τη λύση και την κάθαρση.
Μόνο που αυτή δεν έρχεται ποτέ. Άλλο ένα παράδειγμα της διηγηματικής μεθόδου του Michael Haneke. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των σεναρίων: παρουσίαση χαρακτήρων – παρουσίαση υπόθεσης – κορύφωση – λύση. Παρακάμπτει τα δυο τελευταία και συνεχίζει εσαεί τη διήγηση του. Η σκηνοθετική μαεστρία του Haneke, εξαντλείται στην ικανότητα του να περιφέρει τον θεατή μέσα στον πυρήνα της ιστορίας του, αποκρύπτοντας επιμελώς τα στοιχεία που θα αποκάλυπταν τους θύτες, αλλά αφήνοντας εξίσου επιμελώς να τα καταλάβεις από τα “συμφραζόμενα”.
Όταν η ταινία τελειώνει, νιώθεις ότι απλά σου έδωσε τη δυνατότητα, να κρυφοκοιτάξεις σε ένα κομμάτι της ζωής μιας κοινωνίας. Χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Μπήκαμε, κοιτάξαμε, βγήκαμε.
Ωραία λοιπόν…. και τι μας έμεινε;
Σίγουρα η αριστουργηματική φωτογραφία της ταινίας ( του Christian Berger), υποβοηθούμενη από την επιλογή του ασπρόμαυρου φίλμ.
Οι σκληρές φυσιογνωμίες των παιδιών (σε άμεση αντίθεση με την ανεμελιά και την αθωότητα που περιμένει κανείς).
Το αλληγορικά αντισυμβατικό, και αφύσικα αθώο (σε αντίθεση με την διάχυτη, φυσική και ηθική τραχύτητα όλης της υπόλοιπης διήγησης) φλέρτ, του δασκάλου του χωριού με μια νεαρή χωριατοπούλα. Είναι το μόνο “ανθρώπινο” στοιχείο της ταινίας, που συνάμα μοιάζει τόσο ξένο.
Τι δε μου άρεσε:
Η αργή διήγηση και η απουσία κορύφωσης ( μ’ αρέσουν τα κλισέ… τι να κάνουμε).
Η πλήρης απουσία μουσικής σύνθεσης (δεν λαμβάνω υπ’ όψη μου τα κλασσικά κομμάτια με βιολί και πιάνο, που εκτελούν οι πρωταγωνιστές σε 1-2 σημεία της ταινίας).
Να τη δω;
Δες την, αλλά μη μου πεις ότι δε σε προειδοποίησα !
